Η Τζελινέ χανύμ, μητέρα του Ναζίμ Χικμέτ

H Τζελιλέ χανύμ (Θεσσαλονίκη 1880 -Άγκυρα 1956) βρίσκεται ως ‘λήμμα’ στο Μουσείο Γυναικών της Κωνσταντινούπολης, τουλάχιστον 2 βιβλία έχουν τίτλο το όνομά της και πρόσφατα στην Κωνσταντινούπολη παίχτηκε και ομότιτλο θεατρικό έργο.

Θα μπορούσε να έχει μείνει γνωστή μόνον ως μητέρα του Ναζίμ Χικμέτ, αλλά η ιστορία της σαφώς ξεπερνάει αυτή της την ιδιότητα. «Πρώτη Τουρκάλα ζωγράφος που εστίασε στο γυναικείο γυμνό», γράφει το Μουσείο Γυναικών -και κάποια σχετικά έργα της θα δούμε και εδώ. Ως ζωγράφο την αναφέρουν και τα βιογραφικά της. Ωστόσο, στην Journal de Salonique βλέπουμε και ορισμένα γραπτά της που, μαζί με τις ματιές της JdS στην υπόλοιπη ζωή της, αποκαλύπτουν πολλά για την προσωπικότητά της Τζελιλέ.

Από την Μάρα Νικοπούλου

Η αναφορά στους αρραβώνες της 20χρονης Τζελιλέ, τον Αύγουστο του 1900, είναι η μεγαλύτερη που έχει κάνει ποτέ η JdS για τέτοιο θέμα! Εντάξει, έχει σημαντικό πατέρα, είναι και αξιωματούχος ο αρραβωνιαστικός. Δεν φτάνει αυτό. Είναι ήδη σημαντική και η ίδια για την εφημερίδα ως παλιά «συνεργάτιδα». «Με μεγάλη χαρά μαθαίνουμε τους αρραβώνες του εντιμότατου Χικμέτ μπέη, διευθυντή πολιτικών υποθέσεων του βιλαετίου μας, με την πολύ συμπαθή κόρη του εξοχότατου Ενβέρ Πασά, ταξίαρχου, υπασπιστή του μεγαλειοτάτου Σουλτάνου», ξεκινάει. Μετά τους πιάνει έναν-έναν: «Ο Χικμέτ μπέης είναι επαρκώς γνωστός ώστε να μην χρειάζεται να τον παρουσιάσουμε στους αναγνώστες μας. Παρά την σύντομη παρουσία του στη Θεσσαλονίκης, με την δουλειά του, το τακτ του και τους εξαιρετικούς του τρόπους έχει αποκτήσει την εκτίμηση όλων των σημαντικών ανθρώπων της πόλης μας αλλά και την εμπιστοσύνη του εξοχότατου βαλή και των Αρχών. Ο Χικμέτ μπέης κατανοεί πλήρως τα πολιτικά θέματα και χάρη σ’ αυτό σίγουρα θα έχει λαμπρό μέλλον. Του το ευχόμαστε θερμά, καθώς θεωρούμε ότι ανήκει σ’ αυτούς που θέλουν να εκπληρώνουν με αξιοπιστία το έργο που τους εμπιστεύεται η σουλτανική διοίκηση. O Xικμέτ μπέης έχει σε ποιον να μοιάσει: ο πατέρας του, ο Ναζίμ πασάς, βαλής της Καισαρείας, είναι από τους πλέον αφοσιωμένους λειτουργούς της Αυτοκρατορίας και άξιος άνθρωπος των γραμμάτων». Θα τους δούμε και τους δύο άλλη στιγμή, για την ώρα συνεχίζουμε με το δημοσίευμα: «Όσο για τον Εμβέρ Πασά, οι έξοχες αναμνήσεις που μας άφησε είναι ακόμα πολύ ζωντανές και δεν χρειάζεται να θυμίσουμε την γενναιότητά του στο πεδίο της μάχης και τις μεγάλες στρατιωτικές ικανότητές του που τον αξίωσαν να λάβει μεγάλες τιμητικές διακρίσεις και την εμπιστοσύνη του Σουλτάνου. Η κόρη του, η Τζελιλέ χανούμ, η γοητευτική αρραβωνιαστικιά του Χικμέτ μπέη, είναι πολύ μορφωμένη και μας έκανε την τιμή να συνεργαστεί με την εφημερίδα μας. Τα ποιήματά της –έξοχα τόσο ως προς την γλώσσα, όσο και ως προς τα συναισθήματα που εκφράζουν- αναδημοσιεύτηκαν από μεγάλο κομμάτι του ευρωπαϊκού Τύπου. Εκφράζουμε στο ζευγάρι και στους γονείς τους τον σεβασμό μας, τα συγχαρητήριά μας και τις ευχές μας για κάθε ευτυχία»

Παρόλο που δεν έχουμε τα στοιχεία που αφορούν άμεσα την σχέση του με τη Θεσσαλονίκη (δηλαδή το με ποια ιδιότητα ήταν εδώ και «είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις», ούτε σε ποιες μάχες αναφέρεται η JdS στην ανακοίνωση των αρραβώνων), ας κάνουμε μια στάση για να δούμε λίγα παραπάνω πράγματα για τον πατέρα της Τζελιλέ, τον Χασάν Ενβέρ Τζελαλεντίν Πασά (1857-1929). Πολωνικής καταγωγής από πατέρα, Σερβο-κιρκάσιος από μάνα, παντρεύτηκε την Λεϊλά, με γαλλογερμανική καταγωγή και έκαναν 5 παιδιά. Στις αρχές του 1898, ο Ενβέρ Πασάς πηγαινοερχόταν εδώ, όντας Διοικητής του Βόλου. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και στάλθηκε ως απεσταλμένος του Σουλτάνου στις ΗΠΑ κατά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο. Έτσι βρέθηκε στην Κούβα, εν έτει 1898! Δεν το λες και λίγο… Επιστρέφει τον Οκτώβριο του 1898, με λεπτομερή αναφορά για τον Σουλτάνο και φτάνει στην Θεσσαλονίκη στις 2/11/1898 -μάλλον γιατί η οικογένειά του μένει ακόμα εδώ.

Σ’ αυτό το ταξίδι του βασίζεται το ιστορικό μυθιστόρημα «1898-Τουρκικό πάθος στην Αβάνα» (2009) του τότε Κουβανού πρέσβη στην Τουρκία. Στο διαδίκτυο, δεν βρέθηκαν φωτογραφίες του Ενβέρ Πασά κι έτσι δεν ξέρω αν στο εξώφυλλο του βιβλίου εικονίζεται ο ίδιος. Το 1901, η χάρη του φτάνει στην Κίνα, απεσταλμένος πάλι του Σουλτάνου.

Πίσω στην Τζελιλέ, που μεγαλώνει με πρώτη γλώσσα τα γαλλικά και μάλλον κατ’ οίκον εκπαίδευση. Άγνωστο πώς, ίσως μέσω δασκάλων της- η δεσποινίς Α.(Αϊσέ) Τζελιλέ, στέλνει ποιήματά της στην Journal de Salonique, όπου και δημοσιεύονται, στα πολύ πρώτα φύλλα της (το 5ο και το 7ο), το 1895. Η Τζελιλέ τότε είναι 15 χρονών!

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά σε ύφος ποιήματα. Το πρώτο έχει έντονο το λυρικό στοιχείο – μήπως μελετούσε Βερλαίν εκείνη την εποχή; Το μεταφράζει για τη ΘΧΠ η Δήμητρα Σίμου.

Το δεύτερο, μια βδομάδα αργότερα, μας δείχνει ότι η νεαρή Τζελιλέ είχε διαβάσει καλά τον Λαφονταίν. Ιδιαίτερη σημασία εδώ, όμως, έχει το ‘δίδαγμα’, που δείχνει πολλά για την προσωπικότητά της. Με σημερινούς όρους, η πιτσιρίκα τούς τη λέει ξεκάθαρα: «Δουλειά σας και δουλειά μου! Δική μου η ζωή, δικά μου τα λάθη». Κανονική επαναστατημένη έφηβος, δηλαδή. Δεν είναι πολύ συχνό, όμως, να το ‘διαφημίζει’ μια μουσουλμάνα του 19ου αιώνα.

Στο επόμενο διάστημα δεν βρέθηκαν άλλα γραπτά της, ή έστω όχι με το κανονικό της όνομα. Μπορεί να υιοθέτησε κάποιο ψευδώνυμο, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Τρεις μήνες μετά από την ανακοίνωση των αρραβώνων της που είδαμε πριν, έρχεται η σειρά του γάμου της. Πρώτα, στις 4/10/1900, μια απλή ανακοίνωση «Σήμερα γίνεται ο θρησκευτικός γάμος…» Και μετά ένα πάλι πολύ μεγάλο ρεπορτάζ: «Έχω δει πολλές γιορτές, ιδίως τους μήνες που πέρασα μακριά -πολύ μακριά- από την Θεσσαλονίκη. Αλλά πουθενά, ούτε καν στο Παρίσι, δεν παραβρέθηκα σε γάμο τόσο λαμπρό όσο αυτόν του αγαπητού Χικμέτ μπέη με την δίδα Τζελιλέ Χανούμ. Και να μου τ’ ορκίζονταν, δεν θα πίστευα ποτέ ότι στον μουσουλμανικό κόσμο θα μπορούσε να συμβεί κάτι τόσο κομψό, τόσο χαρούμενο και τόσο πλούσιο. Είναι απίστευτο, παραμυθένιο -σαν να ήμασταν στη σπηλιά του Αλή Μπαμπά» Συνεχίζει περιγράφοντας, πάντα στον υπερθετικό, τα φορέματα και την ομορφιά των καλεσμένων. Εδώ ξεπερνάει στα γρήγορα την ίδια τη νύφη («ξακουστή ήδη για την ομορφιά της») και κάνει ιδιαίτερη μνεία στην αδελφή της, τις ξαδέλφες, τις θείες, την μαμά που έμοιαζε με βασίλισσα… Πόση χάρη, φλυαρία, μαργαριταρένια γέλια, θρόισμα μεταξιού... Η «Lady Skrett» που υπογράφει το δημοσίευμα νιώθει σαν να βρίσκεται ανάμεσα σε νεράιδες και θα θυμάται για πολύ καιρό αυτό το απόγευμα, «να το ανακαλεί τις στιγμές της μελαγχολίας -τόσο συχνές στη Θεσσαλονίκη». Το μέγεθος του ρεπορτάζ αυτού αφήνει λίγο χώρο για τον άλλο γάμο που έπρεπε να καλύψει, ομολογεί η ‘Διακριτική’ Lady Skrett και έτσι κοτζάμ κόρη Ντε Σαρνώ μένει πίσω από την Τζελιλέ.

Στις 29/10/1900, στην στήλη με τα τοπικά νέα, η JdS έχει δύο αναφορές στην Τζελιλέ -ή μάλλον στην κυρία Χικμέτ. Η εφημερίδα από τις 8 Νοεμβρίου θα βγαίνει σε μεγαλύτερο σχήμα. Στα πλαίσια αυτά «έχουμε την χαρά να ανακοινώσουμε ότι η κυρία Χικμέτ, συνεργάτιδά μας από την πρώτη στιγμή, είχε την καλοσύνη να μας υποσχθεί ότι θα μας στέλνει κάπου-κάπου, ως δώρο για τους αναγνώστες μας, στιχάκια της ή πρόζες». Κι αμέσως μετά, αναφέρεται (πρώτη φορά) και για την ζωγραφική της. «Θυμόμαστε την κοσμική στήλη που είχε αφιερώσει η συνεργάτις μας Lady Skrett στο γάμο του ζεύγους Χικμέτ μπέη. Η Lady Skrett επισκέφτηκε την νεόνυμφη και την βρήκε να βάζει τις τελευταίες πινελιές σε έναν υπέροχο πίνακα, με φίνο σχέδιο και υπέροχα χρώματα». Θα μας το περιγράψουν όταν τελειώσει, λέει η εφημερίδα, αλλά δεν βρέθηκε κάτι σχετικό. Για την ώρα, πριν ξαναπιάσουμε τα κείμενα (της Τζελιλέ ή για την Τζελιλέ) ας δούμε μία αυτοπροσωπογραφία της σε κάρβουνο. [Πηγή: Αρχείο Murat Germen, Μουσείο Γυναικών Κωνσταντινούπολης]

Και μερικά ακόμα πορτραίτα, τα οποία βέβαια έκανε χρόνια αφότου είχε φύγει πια από τη Θεσσαλονίκη. Δύο του γιου της, Ναζίμ, ενός αγρότη και ενός αγοριού με φέσι.

Η Τζελιλέ είχε υποσχεθεί να στείλει γραπτά της και το κάνει. Στις 31/1/1901, η JdS ανακοινώνει στο πρωτοσέλιδό της με μεγαλύτερα γράμματα: «Παιδικές αναμνήσεις. Αμέσως μετά την ‘Βαλίτσα’ που πλησιάζει προς το τέλος της, θα δημοσιεύουμε μια μικρή λογοτεχνική μελέτη, τις Παιδικές αναμνήσεις, που γράφτηκε ειδικά για την Journal de Salonique από την πένα μιας διάσημης γυναίκας της πόλης μας».

Πράγματι, τον Φεβρουάριο του 1901, η εφημερίδα δημοσιεύει σε δύο συνέχειες τις «Παιδικές Αναμνήσεις» της κυρίας Χικμέτ πια. «Σε κάθε ηλικία, η γυναικεία καρδιά έχει ανάγκη να αγαπάει -άλλη έναν σκύλο, άλλη μια γάτα. Aκόμα, υπάρχουν μεγάλες γυναίκες που, ελλείψει κάτι καλύτερου, αφιερώνουν τη ζωή τους σ’ έναν παπαγάλο ή μια μαϊμού. Εγώ λάτρευα μια κούκλα. Μη φανταστείτε ότι ήταν μια συνηθισμένη κούκλα: ήταν ένας κύριος -μη γελάτε, με ένα ωραίο ξανθό στριφτό μουστάκι. Και σπουδαίος! Aπευθείας απόγονος των Βουρβόνων, ο Κάρολος…ο Εικοστός». Στον αιώνα μας, της προόδου -μας λέει η κα Χικμέτ- τον είχαν εξορίσει από την Γαλλία και ήρθε να της ζητήσει φιλοξενία, δυστυχής πλην κομψότατος. Ποια ν’ αντισταθεί σε τέτοιο ωραίο μουστάκι; Έκανε σαν τρελή για τον πρίγκιπά της, δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν τον έβαζε στο ζεστό του κρεβατάκι, αφιέρωνε σ’ αυτόν όλες τις ώρες της… «Αλλά, η καρδιά των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, αλλάζει. Μια μέρα που ψαχούλευα τα βιβλία του μπαμπά μου, έπεσε στα χέρια μου ένας χοντρός τόμος με την ιστορία του Ναπολέοντα Α. Kι αφού τον διάβασα με πάθος, συνέβη το αναπόφευκτο: ο ‘μικρός δεκανέας’ παραμέρισε τον Κάρολο. Βλέπω ήδη κάποιους κυρίους να με κατηγορούν κακόβουλα για ασυνέπεια. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Ο Ναπολέων έγινε το όνειρο της ζωής μου […]», γράφει η Τζελιλέ και, στην ουσία, βάζει μια σύνοψη της ιστορίας του: τις εκστρατείες του, την εξορία, το Βατερλώ κλπ. Εκείνη την εποχή όμως η παλιά δασκάλα τους -που είχε πολύ καλή σχέση με την μικρή, και δεν την αποθάρρυνε όταν μιλούσε για ‘Εκείνον’ [με κεφαλαίο στο κείμενο] κλπ- έπρεπε να φύγει. Ποιος ξέρει πώς θα είναι η καινούργια; Οι φόβοι της Τζελιλέ επαληθεύονται. Η καινούργια δασκάλα είναι αντιπαθής, δεν καταλαβαίνει τη λατρεία της Τζελιλέ για τον Ναπολέοντα, της απαγορεύει να διαβάζει τα αγαπημένα της βιβλία. «Αν θέλετε οπωσδήποτε να κάνει κάτι μια γυναίκα, να της το απαγορεύσετε. Παράδειγμα η κυρία Εύα», καταλήγει το πρώτο μέρος του κειμένου της κυρίας Χικμέτ.

Στο επίσης μεγάλο δεύτερο μέρος, μια βδομάδα μετά, επιβεβαιώνει ότι όσο της απαγόρευαν να διαβάζει για τον Ναπολέοντα, τόσο περισσότερο το έκανε. Και περιγράφει πώς ένα βράδυ πήρε το βιβλίο της και πήγε στην παραλία (έμεναν κοντά στη θάλασσα). Κρύωνε, αποκοιμήθηκε και είδε όνειρα με μάχες και τον Ναπολέοντα. «Τι κρίμα! Ήταν μόνο ένα όνειρο…» γράφει όταν μας λέει ότι την ξύπνησε η αδερφή της για να μην πουντιάσει. «Από τότε πέρασαν χρόνια […] Ω, πόσο μου λείπει μερικές φορές ο καιρός που ήμουν μικρό κορίτσι, ερωτευμένο με έναν Κάρολο Κ’, και ονειρευόμουν μόνον μάχες!» καταλήγει, αμφισβητώντας έτσι ήδη από το 1901 τα στερεότυπα και τα έμφυλα παιχνίδια. Λίγες μέρες μετά η εφημερίδα ευχαριστεί θερμά όσους αναγνώστες της έδωσαν συγχαρητήρια για το ωραίο δημοσίευμα «Παιδικές αναμνήσεις». Θα τα μεταφέρουν στην ίδια την συγγραφέα «που τους έχει υποσχεθεί να τους τιμά κάπου-κάπου στέλνοντας κι άλλα γραπτά της», επαναλαμβάνουν.

Αυτό το απόσπασμα είναι με ερωτηματικό. Η Lady Skrett με τίτλο «Θολές πινελιές» γράφει για τα ταλέντα και τα χαρακτηριστικά που έχουν η κυρία Α, η κυρία Β, η κυρία Γ… Αν της το επέτρεπε ο χώρος, θα έφτανε μέχρι το Ω, λέει, και θα ξανάρχιζε το αλφάβητο άλλες δυο φορές. Ωστόσο, θα σταματήσει στο όγδοο γράμμα. Το Η/Χ. Χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί, υποψιάζομαι ότι όλες οι προηγούμενες κυρίες μπήκαν απλώς για να μπορέσει να φτάσει στην «Χ» -που μάλλον είναι η Χικμέτ. Γράφει ότι όταν πρωτοπήγε, αναφώνησε «Μα εδώ είναι ναός!» Και συνεχίζει: «Περπατούσαμε στις μύτες των ποδιών μας, σε μισοσκότεινα δωμάτια γεμάτα έργα τέχνης, αυθεντικά μεταξωτά χαλιά, επίχρυσα έπιπλα, πίνακες και σκίτσα μεγάλων ζωγράφων. Και άλλους, ζωγραφισμένους από την ίδια την κυρία Χ, με λατρεία -αν θέλουμε να συνοψίσουμε σε μία λέξη το πάθος της ζωής που είχαν αυτά τα τοπία, τα πουλιά, τα πορτραίτα που θύμιζαν Ρούμπενς, οι ναϊάδες, τα ιαπωνικού στυλ και όλα αυτά τα χιλιάδες όμορφα πράγματα. -Δεν είναι ναός, είναι μουσείο, είπε η φίλη μου. -Όχι, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι ένα πραγματικό ατελιέ ερασιτέχνη καλλιτέχνη. Μιας γυναίκας καλλιτέχνιδας». Συγκρίνοντας με όσα έχει ήδη γράψει- αλλά και όσα γράφει αργότερα- η JdS για την Τζελιλέ Χικμέτ, η υπόθεση ότι και εδώ αναφέρεται σε αυτήν είναι αρκετά ασφαλής. Στην εικόνα: Νεκρή φύση της Τζελιλέ Χικμέτ, από δημοπρασία.

Άλλη μια νεκρή φύση και μια αυτοπροσωπογραφία της, χρόνια μετά, με πολύ θλιμμένη έκφραση.

Το 1901, η Τζελιλέ μένει έγκυος, πηγαίνει τον Ιούνιο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη -μετά του συζύγου, σε προγραμματισμένη άδειά του- και είτε τον Νοέμβριο του 1901 είτε τον Γενάρη 1902 φέρνει στον κόσμο τον πρωτότοκό της, τον Ναζίμ. Ο μικρός παίρνει το όνομα του εκ πατρός παππού του (μαζί με τον πατέρα Χικμέτ, θα τους δούμε άλλοτε). Η JdS την αναφέρει ξανά το 1903, με αφορμή την πρώτη έκθεση ερασιτεχνών καλλιτεχνών που είχαμε δει. Είναι η μόνη μουσουλμάνα συμμετέχουσα. Στην κριτική που δημοσιεύει η εφημερίδα για την Τζελιλέ σημειώνεται ότι έχει πολλή φαντασία και κάνει πολύ ωραία πράγματα με πολλές τεχνικές. Εδώ δύο έργα της από δημοπρασία του 2010 [πηγη: artnet.com]

Δεν είναι ξεκάθαρο πότε φεύγει η Τζελιλέ από τη Θεσσαλονίκη. Μάλλον κάπου στα τέλη του 1903 με αρχές 1904. Στα 1905-6, στο Χαλέπι, κάνει το δεύτερο παιδί της, τον Ισμαήλ, που πεθαίνει περίπου ενός έτους από διφθερίτιδα. Τελευταίο παιδί της, η Σαμιγιέ (1907-1994) που βλέπουμε εδώ ανάμεσα στην μαμά Τζελιλέ και τον αδερφό Ναζίμ.

Το 1916, στην Κωνσταντινούπολη, αφήνει τον άντρα της λόγω «αγεφύρωτων διαφορών», ερωτεύεται τον ποιητή Γιαχιά Κεμάλ και η σχέση της με τον νεαρό Ναζίμ περνάει κρίση. “Μπήκατε σ’ αυτό το σπίτι ως δάσκαλός μου, δεν μπορείτε να μπείτε ως πατέρας μου”, φέρεται να γράφει ο Ναζίμ στον Γιαχιά Κεμάλ. Ο έρωτας της Τζελιλέ με τον Κεμάλ δεν καταλήγει σε γάμο (χρόνια μετά παντρεύεται άλλον). Ωστόσο το διαδίκτυο είναι γεμάτο αναφορές σ’ αυτόν. Παρεμπιπτόντως, ο Γιαχιά Κεμάλ, που αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική (υπήρξε βουλευτής και πρέσβης σε διάφορες χώρες) έζησε κι αυτός στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 1897-1900, ως σπουδαστής του Ινταντιέ.

Δεν ξέρω πότε εξομαλύνθηκε η σχέση του Ναζίμ με τη μητέρα του. Το σίγουρο είναι ότι τα χρόνια που ο Ναζίμ είχε ν’ αντιμετωπίσει διώξεις, φυλακές κλπ, η Τζελιλέ έγραφε γράμματα (π.χ. στον Ατατούρκ και τον Ινονού) και έβγαινε και η ίδια στο δρόμο για να μαζέψει υπογραφές.

Επίσης δεν ξέρω μέχρι πότε ζωγράφιζε, καθώς τα τελευταία χρόνια της ζωής της (πέθανε το 1956) είχε προβλήματα όρασης. Το σίγουρο είναι ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε προλάβει να ζωγραφίσει και να μοιράσει σε φίλους πάρα πολλά έργα, καθώς…

…όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Μουσείου Γυναικών Κωνσταντινούπολης «Η Τζελιλέ Χανύμ ήταν πολύ παραγωγική ζωγράφος και χάρισε τα περισσότερα έργα της σε φίλους. Κυρίως τα έργα της με σκηνές από λουτρά ήταν πολύ επιθυμητά. Τα χάριζε με έναν όρο: να τα κρεμάσουν στο καθιστικό, όχι στην κρεβατοκάμαρα» Το συγκεκριμένο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Μουράτ Γκερμέν για την Τζελιλέ Χανύμ (προγιαγιά του, αν δεν κάνω λάθος). Όσο για τον όρο που έβαζε, δείχνει πολύ ταιριαστός με την πεισματάρα, επαναστημένη και προοδευτική έφηβη που είχαμε δει να μεγαλώνει στη Θεσσαλονίκη.