Στην πλατεία, στην Αχειροποίητο

Ας μου συγχωρεθεί ένα απροκάλυπτα αυτοβιογραφικό κείμενο με μια δανεισμένη φωτογραφία.

Τις φωτογραφίες στο σπίτι τις απομυθοποιεί κανείς σχετικά νωρίς. Ξαφνικά όμως πέφτεις πάνω σε μια ξένη, ενός αγνώστου και σου γρατζουνάει τα χωνεμένα βιώματά σου. Αυτό μου έκανε ο κύριος Albert Werner μ' αυτήν τη φωτογραφία του 1965.

Οι πολυκατοικίες. Κάποιοι συμμαθητές εκεί (αχ βρε Σοφάκι, να σ' απομονώσω μέσα στην παρένθεση και να σε σκεφτώ ακόμη μια φορά) με την πόλη ν' ανοίγεται μπροστά τους, διαμερίσματα μεγάλα, βεράντες, εξώστες με θέα την εκκλησία μου, το πάρκο μου, την λεωφόρο μου, τις λεωφόρους μου. Όλες οι εποχές μπροστά τους και με χρώματα.

Για το ξενοδοχείο Ακρόπολις, για τις ιστορίες του, για τη βρύση, για τα σπίτια καταμεσής στην πλατεία, για το Ίγκλις, έμαθα πολύ πολύ αργότερα. Για μένα αυτό το μέρος ήταν πάντα η ανοιχτωσιά που με περίμενε βγαίνοντας από το πατρικό μου να παίξω, να πάω χεράκι με τη μάνα μου στα ιατρεία του ΙΚΑ, ένεκα φιλάσθενος, να πάω οπουδήποτε, στην Έκθεση ας πούμε, να δω τους φίλους, να δω τα κορίτσια της γειτονιάς. Για όλα εκτός από το σχολείο, για το οποίο ανηφόριζα.

Δεν ήταν η αμήχανη ανοιχτωσιά που βλέπουμε στις φωτογραφίες της κατοχής, σε μια πόλη που προσπαθούσε επί χρόνια να καλύψει με όποιον τρόπο τα κενά της, να φτιάξει τα σχήματα που υπήρχαν σε χάρτες, να τα κάνει δρόμους, πάρκα, μέγαρα ιδιωτικά, δημόσια, δικαστήρια, δημαρχεία που σκόνταφτε πάντα πάνω σε αρχαία και που δεν ήξερε ποτέ τι να τα κάνει.

Εδώ ήταν τα όρια της κάτω βόλτας. Από δω και πάνω καταλάβαινες την ανηφόρα της πόλης. Το παγωτατζίδικο δεξιά, που δεν φαίνεται, το παγωτατζίδικο επάνω που μισοφαίνεται. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο απ' αυτό ψώνιζα. Στο άλλο, το καλύτερο, με έστελναν για τα γιαούρτια.

Ο ήλιος, όπως εδώ, τα ισοπέδωνε όλα. Οι λεύκες οι τεράστιες στο πάρκο, δεν τις έχει σηκώσει ακόμη ο βαρδάρης. Θα γίνει ένα απόγευμα και από το επόμενο πρωί το πάρκο δεν θα ναι πια το ίδιο. Τα λουλούδια αριστερά δεν φαίνονται. Αυτά τα θαύμαζε η μάνα μου. Τα κεφάλια των μαρμάρινων μουστακαλήδων όρια της εστίας για τη μπάλα, κάποια ψιλοθραύσματα θα οφείλονται και σε μας, τα μαλώματα για τη μπάλα, ποιος θα φέρει, ποιος θα πάρει ποιον στην ομάδα. Όταν άρχισαν να προσθέτουν μακεδονομάχους ήρωες, τα πράματα δυσκολέψανε στην οριοθέτηση του όποιου γηπέδου. Τα παγκάκια, όχι για μας, εμείς λυσσομανούσαμε από δω κι από κει, αλλά για γέρους, γριές και ζευγάρια, που λέγαμε ότι κι εμείς κάποτε θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σαν ζευγάρια. Η γεροντική ηλικία μας φαίνονταν αδιανόητη.

Και οι άνθρωποι του δρόμου. Το μεροκάματο. Άνθρωποι που πήγαιναν μαζί με τα εξαρτήματά τους. Εδώ πιο πολύ έχω μνήμες από τους ασπριτζήδες, με την μπατανόβουρτσα και τον τενεκέ να κάθονται ήσυχοι και να περιμένουν σιωπηλοί. Αλλά ναι ήταν και οι πλανόδιοι φωτογράφοι.

Όχι δεν τον θυμάμαι, αλλά θυμάμαι το σουλούπι αυτών των ανθρώπων. Με την άσπρη ποδιά δεν παρακαλούσαν, δεν προσκαλούσαν δεν καλούσαν, τουλάχιστον αυτοί που θυμάμαι, όπως γινόταν στο Λευκό Πύργο. Ασκούσαν ένα λειτούργημα σε δημόσιο μέρος, κάθε οικογένεια όφειλε να έχει φωτογραφίσει τα παιδιά της σ αυτούς. Με στολή, χωρίς στολή καρναβαλίστικη ή των εθνικών επετείων, με ή χωρίς τ' αδελφάκια τους. Οι φαντάροι, οι τουρίστες και τα ζευγαράκια άλλη ιστορία. Οικογενειακές δεν θυμάμαι. Ένα τέτοιο ποτ πουρί διακρίνω πάνω στη μηχανή. Φωτογραφίες παλαιϊκές, βγαλμένες από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μηχανής, βασικά ασπρόμαυρες, οι καλές επιχρωματισμένες. Στη μέση ο τιμοκατάλογος και μια ποικιλία να διαλέξει ο πελάτης. Το συρτάρι για να γίνει η χημική επεξεργασία, στο χαρτί, κάποιος κουβάς για το ξέπλυμα, τον έχει ο πιο πίσω, το μαύρο πανί για να απομονώσει ό,τι τέλος πάντων του παραγγέλθηκε, εφημερίδα προσεκτικά τσακισμένη, να μην την πάρει κάνα ξαφνικό φύσημα, να προστατέψει κάπως τον φακό από τις σκόνες και τον ανελέητο ήλιο. Τα σχοινιά για να μην ανοίξει ο τρίποδας.

Ο φωτογράφος δεν ποζάρει στον τουρίστα, δεν γκρινιάζει που βλέπει μηχανές γρήγορες, καλύτερες απ' την δικιά του. Οι γερμανοί πάντα είχαν τέτοιες. Αυτός σε ντόπιους. Αυτήν την κοψιά μου φαινόταν να χαν όλοι οι ηλικωμένοι. Γυαλιά χοντρά, τα χέρια στις φαρδιές τσέπες ή σταυρωμένα πίσω, ξεκούμπωτοι, αργοί, σχεδόν νωθροί μέχρι να ρθει η ώρα της δουλειάς, αλλά νωθροί ακόμη και τότε, με την γνώση ότι τα χουν δει όλα.

Αυτό το κόκκινο του ξύλου το θυμάμαι. Λέω μέσα μου δεν το χω ξανασυναντήσει, αλλά σίγουρα κάνω λάθος. Άλλα πράματα έχασα.

Από τον Σπυρο Αλευρόπουλο

Από την άλλη μεριά, στην άλλη πλατεία, δίπλα στα λουτρά του Παραδείσου, επιχρωματισμένος.