Saloni.ca Archive

Ομαδα ερευνας για την παλια Θεσσαλονικη

Ο ιμάμης κατεβαίνει την Μεγ, Αλεξάνδρου και φτάνει στο ύψος της Αριστοτέλους (σήμερα Ολύμπου) Η Μάρα Νικοπούλου εντοπίζει και μας δίνει λεπτομέρειες στο σχόλιο

Στο βάθος, για επιβεβαίωση, το μεγάλο δέντρο σχεδόν στην Κασσάνδρου, που βλέπουμε παρακάτω από την αντίθετη κατεύθυνση. Με κόκκινο το σημείο λήψης, με πράσινο και μπλε οι δρόμοι που ανοίγονται στην αρχική φωτογραφία.

Ένας μουσουλμάνος ιερέας στην Αγ. Δημητρίου γωνία με Μεγ. Αλεξάνδρου (1916-17), βλέποντας δυτικά. Αναγνώριση του μέρους και τεκμηρίωση από τον Ευστάθιο Ασλανίδη. Η επόμενη ανάρτηση θα ακολουθήσει τον ιμάμη έτσι όπως κατέβαινε την Μεγ. Αλεξάνδρου.

Το σημείο λήψης και η πορεία της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου σύμφωνα με την χάραξή της πριν την πυρκαγιά του 1917

H Μεγ. Αλεξάνδρου από σχεδόν τη γωνία της με Αρχελάου προς τη Φιλίππου (1916-17), κοιτάζοντας προς τον νότο. Τεκμηρίωση από την Μάρα Νικοπούλου.

Η δεξιά φωτό είναι του 1913 και προέρχεται από άλμπουμ της σουηδέζας νοσοκόμου Kerstin Nordendahl (από ανάρτηση και αναγνώριση ΑΘ. Νικόπουλου στις ΠΦΘ).

Θεόδωρος Βαλλιάνος (1799 ή 1801-1857), από τον Νίκανδρο Καστανίδη. Ο πρώτος πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη (1835-1841) Στρατιωτικός, αγωνιστής του 1821, μηχανικός – αρχιτέκτονας και συγγραφέας. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς, που είχε εγκατασταθεί στο τέλος του 18ου αι. στη νότια Ρωσία. Σπούδασε στη στρατιωτική Ακαδημία της Πετρούπολης.

Πού ήταν, όμως, το πρώτο ελληνικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη;

Παρουσίαση και σχόλια από την Μάρα Νικοπούλου

Μια ακόμα φωτογραφία της ίδιας βρύσης υπήρχε στο βιβλίο του Η. Πετρόπουλου, Η οθωμανική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Τη φωτογραφία παραθέτει ο κ. Αρτόπουλος στο βιβλίο του για τις κρήνες και, κρίνοντας από τις φθορές του σοβά μπορούμε να βάλουμε και μια χρονική σειρά των λήψεων. Η αρχική (δεξιά) είναι σίγουρα του 1917, η μεσαία του Pigassou τοποθετείται τώρα έστω και μερικούς μήνες πριν και “του Πετρόπουλου” (αριστερά) μάλλον προηγείται.

Παράλληλα ταυτίζεται και με μια βρύση από το βιβλίο του Β. Δημητριάδη (σ. 440, από τη συλλογή του Ιορδάνη Βλαχόπουλου, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία) που μας δίνει μεγαλύτερη άποψη του σημείου καθώς και το δέντρο. Τα κλαδιά του δέντρου ρίχνουν τη σκιά τους στη φωτό του Pigassou.

Οδός Αγαπηνού (1916-17), σε αναγνώριση και τεκμηρίωση από την Μάρα Νικοπούλου

Η οδός Αγαπηνού λίγο πριν την συμβολή της με την οδό Υπαπαντής (τότε) -με τον φωτογράφο να στέκεται σχεδόν στην συμβολή της με την τότε Σπετσών, τώρα Ι.Μιχαήλ.

Εκατομμυριούχοι Θεσσαλονικείς το 1924, σε εύρημα του Δαυίδ Μπράβου, από το “Φως”

Δημήτριος Κυδώνης (περ. 1324-1397), Ένα αφιέρωμα στο έργο του θεσσαλονικέως μαθηματικού, από τον Νίκανδρο Καστανίδη.

Πιθανότατα ο μοναδικός θεσσαλονικιός που σχολίασε τα “Στοιχεία” του Ευκλείδη Τα “Στοιχεία” του Ευκλείδη είναι το σημαντικότερο έργο της Αρχαίας Ελληνικής Κληρονομιάς. Διαδόθηκε, μελετήθηκε και μεταφράστηκε σ’ όλους τους πολιτισμούς. Ακόμη και σήμερα διαβάζεται κι επανεκδίδεται. Κανένα άλλο έργο δεν έχει τέτοια ακτινοβολία (ούτε καν ο Παρθενώνας).

Στην ιστορία της ελληνικής παιδείας, παραμελήθηκε και περιθωριοποιήθηκε τη βυζαντινή περίοδο, ως παγανιστικό αποκύημα. Και μετά τον 13ο αιώνα, η στάση του βυζαντινού κατεστημένου έγινε ακόμη πιο απόμακρη στο έργο αυτό, γιατί απηχούσε και την προπαγάνδα της Καθολικής Εκκλησίας. Πολύ λίγες είναι οι περιπτώσεις που βυζαντινοί λόγιοι έδειξαν σχετικό ενδιαφέρον κι ακόμη λιγότερες το δίδαξαν, έστω ένα μέρος του. Η κακοδαιμονία αυτή συνεχίστηκε σ’ όλη τη μεταβυζαντινή ελληνική παιδεία και στη σύγχρονη περίοδο. Μόνο κάποιες περιστασιακές αναλαμπές υπήρχαν και συνήθως χωρίς συνέχεια.

Ο Δημήτριος Κυδώνης είναι μια από τις εξαιρέσεις στη γενικότερη ελληνική αδιαφορία κι απάθεια για τα “Στοιχεία” του Ευκλείδη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και η οικογένειά του ήταν απ’ τις πλουσιότερες της πόλης. Ο πατέρας του είχε διασυνδέσεις με την αυλή του Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου (1328-1341) και συνδεόταν φιλικά με τον Ιωάννη Καντακουζηνό. Μάλιστα, όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Καντακουζηνός ανέλαβε την προστασία της οικογένειας του Κυδώνη. Ευτύχησε να έχει δασκάλους: το φιλόσοφο και μαθηματικό Βαρλάαμ τον Καλαβρό (περ.1296 -1348) και το θεολόγο Νείλο Καβάσιλα (περ. 1300-1363), που ήταν και μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, την περίοδο 1361-1363. Ο Βαρλαάμ ήταν επηρεασμένος από τον σχολαστικισμό της Καθολικής Εκκλησίας και ως εκ τούτου υπέρμαχος των αποδείξεων, όχι μόνο των μαθηματικών αποδείξεων, αλλά και των φιλοσοφικών και των θεολογικών αποδείξεων. Αντίθετα ο Νείλος Καβάσιλας ήταν εχθρικός στην Καθολική Εκκλησία και υπέρμαχος της μυστικής θεολογίας του ησυχασμού, που απαξιώνει τις αποδείξεις κι όλη τη σχετική κουλτούρα (δηλ. και τον Ευκλείδη).

Ο Κυδώνης συμπλήρωσε τις γνώσεις του με την εκμάθηση της λατινικής γλώσσας στην Κωνσταντινούπολη. Τότε προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Ιωάννη Καντακουζηνού (1292-1383) και αναδείχθηκε σε ανώτερο αξιωματούχο της βυζαντινής αυλής. Τη θέση του αυτή διατήρησε και μετά το 1354, όταν επικράτησε ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος. Από τα πρώτα του χρόνια στην αυτοκρατορική αυλή είδε και ενοχλήθηκε από τους νεοφώτιστους μοναχούς που προπαγάνδιζαν τον ησυχασμό και την έχθρα τους στους δυτικόφιλους, μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας και των αξιωματούχων του περιβάλλοντός τους. Κι αυτό γιατί πρέσβευε κι εργαζόταν υπέρ της συνεννόησης με τους Δυτικούς, για να σωθεί το Βυζάντιο από τον κίνδυνο της κατάρρευσής του. Παράλληλα δεν συμπαθούσε τον θρησκευτικό φανατισμό και τις θεοκρατικές συμπεριφορές στη βυζαντινή κουλτούρα της εποχής του. Ήταν εξοικειωμένος με την κοσμική παιδεία, την οποία υποστήριζε και μ’ αυτό τον προσανατολισμό έβλεπε πιο κατάλληλο τον θεωρητικό λόγο του Θωμά Ακινάτη (1226-1274), έργα του οποίου μετάφρασε μαζί με τον αδελφό του Πρόχορο Κυδώνη (1333-1370). Ανάπτυξε πολύπλευρα θεολογικά και πολιτικο-κοινωνικά ενδιαφέροντα και δεν έκρυβε την ενασχόλησή του με την μαθηματική κληρονομιά των Αρχαίων Ελλήνων, σχολιάζοντας τον Ευκλείδη και τον Διόφαντο.

Ένας από τους παλιότερους παπύρους που διασώζεται με απόσπασμα των Στοιχείων του Ευκλείδη στους Παπύρους της Οξυρύγχου (1ος-2ος αιώνας) Δύο σελίδες από την πρώτη τυπωμένη έκδοση των “Στοιχείων” του Ευκλείδη, στα λατινικά, από την αραβική μετάφραση του ιταλού αστρονόμου και μαθηματικού Iohannes Campanus της Novara [ή Giovanni Campano] (περ. 1220 – 1296). Τυπώθηκε το 1482 στη Βενετία από το γερμανό τυπογράφο Erhard Ratdolt (1442–1528). Ένα απόσπασμα από την έκδοση του Simon Grynaeus Μια σελίδα από χειρόγραφο της εβραϊκής μετάφρασης (από τα αραβικά) του Moses ibn Tibbon (περ. 1240-περ. 1283) των “Στοιχείων” του Ευκλείδη, που μεταγράφηκε από τον Abraham ben Judah, κρητικής καταγωγής, το 1374-5. Η αρχική μετάφραση του Moses ibn Tibbon ολοκληρώθηκε το 1270. Εβραϊκή έκδοση των “Στοιχείων” του Ευκλείδη, σε μετάφραση του ραβίνου BARUCH B. JACOB (περ. 1740-περ. 1812). Εκδόθηκε στη Χάγη το 1780 από τους Leib Soesman, J.H. Munnikhuizen. [Η έκδοση αυτή είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα : https://www.hebrewbooks.org/pdfpager.aspx?req=42234&st&pgnum=1&fbclid=IwAR1eoSFGDM9BIfX6vm2HzPnn_saa61wm5zx2vrEDCN1pP0Ej7fsD8AnKFPg ] Η πρώτη έκδοση των “Στοιχείων” του Ευκλείδη στην ελληνική γλώσσα, το 1533 στη Βασιλεία της Ελβετίας, με την επιμέλεια του λουθηριανού θεολόγου Simon Grynaeus (1493-1541). Η πρώτη σελίδα της έκδοσης του 1482. [Η προμετωπίδα της συγκεκριμένης έκδοσης δεν διασώθηκε.]

Μία φωτογραφία του χειμώνα 1916-17, όχι με την επιθυμητή ευκρίνεια, αλλά μέχρι στιγμής μοναδική. Ο Ευστάθιος Ασλανίδης εξηγεί παρακάτω στα σχόλια.

Είναι η πρώτη φωτογραφική αποτύπωση της Βασιλέως Ηρακλείου με Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και στο βάθος ο μιναρές του Kara Ali.

Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ο φωτογράφος στέκεται επί της σημερινής Τσιμισκή και στα δεξιά του έχει την Χρυσοστόμου Σμύρνης.