Εγνατίας 357, το τοπόσημο “Φούρνος Μπογδάνου”, το πριν και το μετά.
Στην γωνία Εγνατίας και Αγ. Γεωργίου ήταν και παλιότερα φούρνος. Όμως από την στιγμή που κτίζεται το υπερυψωμένο διώροφο κτίριο ο φούρνος αυτός αποκτάει και όνομα.
Οι πρώτες φωτογραφίες του σημείου υποψιάζουν την χρήση, αλλά σ' αυτήν του 1904 του Albert Serstevens ο φούρνος φαίνεται καθαρά. Από το βιβίο “Σε Α' πρόσωπο” των Σερέφα-Γιακουμή
Στην θέση αυτού του κτιρίου, ανάμεσα 1907 με 1911 εμφανίζεται το υπερυψωμένο διώροφο που έμεινε γνωστό ως ο φούρνος του Μπογδάνου. Αλλά ο φούρνος είχε άλλον ιδιοκτήτη πρώτα που διακρίνεται: Αθαν. Κούσκουρας και (?). Αυτός ο Κούσκουρας ίσως έχει σχέση με τον εκδότη της “Νέας Αλήθειας” με καταγωγή το Βογατσικό.
Η εφημερίδα Αλήθεια αγοράστηκε και εκδόθηκε ως Νέα Αλήθεια στις 2/6/1909.
Καλοκαίρι του 1912 διαφήμιση του οδοντιατρείου Λιάμη πάνω από τον φούρνο Κούσκουρα.
Λήψη του 1912. Η ταμπέλα πάνω από το αρτοποιείο ίσως του οδοντιατρείου.
Τρεις εικόνες από έκδοση για του σεφαρδίτες Εβραίους της Θεσσαλονίκης, από το 1905, του Pulido, Angel Españoles sin patria y la raza sefardi.
Από το http://www.rachelnet.net/rachelnet/E/index.htm, The European Network of Judaica and Hebraica Libraries
Φωτοκάρτα που απεικονίζει νηοπομπή του οθωμανικού ναυτικού, ενώ αποπλέει από τον Θερμαϊκό κόλπο, με την σιλουέτα του Χορτιάτη ίσα να διακρίνεται στο βάθος. Ο πολυπληθής αριθμός πολεμικών πλοίων, ενδέχεται να σχετίζεται με την περιοδεία του Σουλτάνου Μεχμέτ Ρεσάτ Ε’ στην Θεσσαλονίκη, Σκόπια, Μοναστήρι και Πριστίνα τον Ιούνιο του 1911. Η σύνθεση των πλοίων του οθωμανικού ναυτικού, που αποτελούσαν την συνοδεία του Σουλτάνου στην περιοδεία, σύμφωνα με την εφημερίδα Εμπρός είχε ως ακολούθως:
Προηγούταν το θωρηκτό καταδρομικό «Χαμηδιέ» (Hamidiye) ενώ ακολουθούσε το θωρηκτό «Χαϊρεντίν Βαρβαρόσα» (Barbaros Hayreddin) στο οποίο επέβαινε ο Σουλτάνος και μετά αυτών έρχονταν το θωρηκτό «Τουργούτ Ρεϊζ» (Turgut Reis) και κατόπιν τούτου το θωρηκτό καταδρομικό «Μετζιδιέ» (Mecidiye), ακολουθούμενο ενός τορπιλλοβόλου. Μετά από κάποια απόσταση ερχόνταν η θαλαμηγός «Ερτογρούλ» (Ertuğrul) όπου επέβαιναν οι επίσημοι, και κατόπιν τα οπλιταγωγά «Ρεσήτ πασάς» (Reşid Paşa) και «Γκιουλ Τζεμάλ» (Gülcemal) στα οποία επέβαιναν διάφοροι πολίτες από την Κωνσταντινούπολη. Η φωτοκάρτα προέρχεται από την συλλογή του κ. Ζαφέρ Σικ.
Το Σαββατοκύριακο, στο πλαίσιο του Open House, πολύς κόσμος επισκέφτηκε τον σταθμό Παπάφη και το αμαξοστάσιο του μετρό και το είδε, επιβιβάστηκε, το έπιασε (έβαλε το δάκτυλο στις τρύπες του καρφιού) και βεβαιώθηκε ότι υπάρχει. Με την ευκαιρία μερικές φωτογραφίες για να θυμηθούμε την αρχή, το 1987, όταν εμφανίστηκε η Ταμπέλα, στην οποία αφιερώνω την ανάρτηση
ΜΕΤΡΟ – FM 100
H πρώτη φωτογραφία από την συλλογή μου, δεκαετία του 80. Οι δύο επόμενες από αναρτήσεις στη Φ/Β και στο ίντερνετ, η 4η είναι προσωπική μου από το 2013 και δείχνει την Ταμπέλα, η οποία βρισκόταν τοποθετημένη, (ίσως ακόμα να είναι εκεί) στο χώρο στάθμευσης μεταξύ του Πολυτεχνείου και του Παλέ, πακτωμένη στην άσφαλτο και βαμμένη σε σημείο που θέλει πολύ προσοχή για να εντοπίσει κανείς την λέξη ΜΕΤΡΟ κάτω από το OOPS. Δίπλα μια άλλη πινακίδα που ζητούσε την κατανόησή μας για την ταλαιπωρία .... Πού να ήξερε το μέγεθος της ταλαιπωρίας.
Η Ταβέρνα του «Βλάχου», ίσως ένα από τα πιο γραφικά στέκια της μεταπολεμικής Άνω Πόλης σήμερα δεν υπάρχει πια, όχι μόνο ως ταβέρνα, αλλά ούτε καν ως κτήριο. Το μόνο που υπάρχει είναι μια φωτογραφία του 1982, που ίσως να είναι και η μοναδική ή τουλάχιστον μία από τις λίγες που σώζονται, μαζί ενδεχομένως με κάποιες μνήμες πελατών. Στο Τσινάρι, την πιο όμορφη γωνιά της Άνω Πόλης, κοντά στην πλατεία με τον πλάτανο, την κρήνη και το ομώνυμο ιστορικό καφενείο, στην οδό Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, στον αριθμό 84 τότε, βρισκόταν η ταβέρνα του «Βλάχου» ή αλλιώς του Μανώλη από το όνομα του ιδιοκτήτη. Άνοιγες την πόρτα με τα τζαμάκια και τα κουρτινάκια στο κάτω μέρος και αντίκριζες ένα φουσκωμένο από τα χρόνια ταβάνι που κόντευε να πέσει πάνω στα τραπέζια. Η γοητεία του παλιού και οι μυρωδιές της κουζίνας σε μάγευαν. Το μενού φαινόταν πλούσιο, αλλά στην ουσία ήταν μόνο η μοσχαρίσια συκωταριά με το τηγανισμένο λάχανο, σβησμένο με λεμόνι. Μια συνταγή φερμένη από την Πόλη, ένα από τα πιο γκουρμέ πιάτα της εποχής, ιδανικό για ρετσίνα που την σερβίριζε ο πατέρας του Μανώλη, ο κυρ Βασίλης, ένας καλοκάγαθος, ηλικιωμένος, αδύνατος κύριος που την έφερνε σε αλουμινένια κατρούτσκια (καραφάκια). Στον δε Μανώλη, αν του ζητούσες κάτι άλλο εκτός από τη μοσχαρίσια συκωταριά, τότε σου αράδιαζε μια λίστα πιάτων με απίστευτη ταχύτητα που δεν προλάβαινες να συγκρατήσεις τίποτε και στην μοσχαρίσια συκωταριά κατέληγες πάλι. Καμιά φορά σου έφερνε αμελέτητα μ’ αυγά ή γλυκάδια και αν του ζητούσες τηγανιτές πατάτες, σου έλεγε «Άντε …..σου». Αν είχες καιρό να πας έλεγε «Έχω να σε δω από την ισπανική υποχώρηση» που μόνον ο ίδιος ήξερε ποια ήταν. Στα μεγάλα κέφια χτυπούσε μια κουδούνα που κρέμονταν πάνω από το ψυγείο και φώναζε «Παοκάρααα»! Πάντως τα καλύτερα μας γλέντια τα κάναμε εκεί: Σαββόπουλος, Doors, Αργύρης Μπακιρτζής, Παπάζογλου, Ρασούλης, Μαργαρίτα Μαγιοπούλα, συνοδεία πάντα με την κιθάρα του “Μήτσου”.
Η οδός Οιδίποδος στην Άνω Πόλη τον Νοέμβριο του 1915. Στο βάθος της ευθείας της ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και δεξιά δίπλα του ο μιναρές του βυζαντινού ναού της Αγίας Αικατερίνης, η οποία είχε μετατραπεί σε τζαμί κατά την οθωμανική περίοδο (βλ. και archive.saloni.ca/1593). Το τζαμί του Yakub Paşa βρισκόταν σύμφωνα με τον Β. Δημητριάδη στην συνοικία Yakub Pasa, πλάι στα τείχη ενώ η οδός Οιδίποδος ονομαζόταν Bakkal. Η Αγία Αικατερίνη μόλις και δεν συμπεριλαμβάνεται στην φωτογραφία, με τον φωτογραφικό φακό να είναι στραμμένος προς δυτικά. Η φωτογραφία είναι του Γάλλου υπολοχαγού Homolle και προέρχεται από τα γαλλικά αρχεία του www.pop.culture.gouv.fr
Η οδός Οιδίποδος στην Άνω Πόλη τον Νοέμβριο του 1915. Στην ευθεία της ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και δεξιά δίπλα του ο μιναρές της Αγίας Αικατερίνης, η οποία είχε μετατραπεί σε τζαμί κατά την οθωμανική περίοδο.
Η διασταύρωση των οδών Τσαμαδού και Οιδίποδος καθώς και της οδού Ηούς, με το κτήριο του μεντρεσέ στα αριστερά, μπροστά από την Αγία Αικατερίνη και τον μιναρέ (βλ. και archive.saloni.ca/413). Φωτογραφία του Νοεμβρίου 1915 του Jean Guiffrey από τα γαλλικά αρχεία του www.pop.culture.gouv.fr
Η πρώτη πύλη που συναντά κάποιος ερχόμενος βόρεια του Δήμου Συκεών προς την πόλη είναι η μικρή “πορτάρα”, το παλαιό ρήγμα (Εσκί Ντελίκ). Τοπόσημο της πύλης, το καφενείο “Μακεδονικό” όπως πολλοί γνωρίζουν και για τους παλιούς της γειτονιάς ο “Όλυμπος” από το όνομα του ιδιοκτήτη. Περνώντας την πύλη, κατηφορίζοντας την οδό Παλαμίδου, συναντάμε την κάθετη οδό Επταπυργίου, τη λεωφόρο στο βόρειο άκρο των τειχών της άνω πόλης. Παρακάτω, την Ευδόξου και την Ηρακλείδου, δρόμοι και στενά της προσφυγιάς. Συνεχίζοντας την Παλαμίδου λίγα μέτρα παρακάτω και λίγο παραπάνω του αιώνα, ο δρόμος ανοίγει ένα μοναδικό πανόραμα της πόλης, ευκαιρία που δεν αφήνει αδιάφορο τον Γάλλο στρατιωτικό που μας προσφέρει μια φωτογραφική γεύση κάποιας άλλης εποχής.